Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011
Εντροπία
Σάββατο 30 Απριλίου 2011
άσυλον αμφιβόλου ζωής
Στα χρόνια τα παλιά τα πρόστυχα, τότε που η εμβέλεια της ιατρικής τέχνης περιοριζόταν από κλύσματος έως καταπλάσματος, η βεβαίωση θανάτου του θύματος (όπου θύτης ο θεράπων ιατρός) ήταν «αμφίβολη».
Έβαζαν κάτι καθρεφτάκια μπρος από τα χείλη του μεταστάντος περιμένοντας να θαμπώσουν…, έψαχναν για σφυγμό χωρίς να ξέρουν που τριγυρνάει…, δεν είχαν και wikipedia για να μάθουν τον ορισμό του θανάτου…, μεσ’ την αμφιβολία έπλεαν, τόσον ο ντοτόρος όσον και οι οικείοι του θύματός του.
Έτσι, οι νεκροί (… όσον αφορά την επιστημονική πλευρά του θέματος) ήταν - κατ΄ αρχάς - «άτομα αμφιβόλου ζωής».
Ολίγον νεκροί. Έπρεπε να περάσουν μέρες..., να γίνουν «αρκετά νεκροί» και όταν πλέον η βρώμα που ανέδυαν δεν επέτρεπε ούτε σε κώνωπα διοπτροφόρο να σταθεί δίπλα τους, μόνο τότε οι νεκροί ήταν πεθαμένοι με βούλα.
Σα να μη έφθαναν όλα αυτά, έπεσε και μια επιδημία περιπτώσεων νεκρανάστασης…, χέστηκαν πάνω τους οι υποψήφιοι. Τους έπιασε ένα πανικός και ένα παράπονο. «Ρε λε να ξυπνήσω την επαύριο μές τα χώματα, να λερώσω τα ρούχα μου και να μη μποράω να αναπνέψω;»
Τέτοιες φιλοσοφικές αγωνίες ταλάνιζαν - ιδιαιτέρως τους προύχοντες - και τους έπιανε κατάθλιψη. Ένα αίσθημα ασφυξίας, χειρότερο απ΄ αυτό που τους έπιανε όταν άκουγαν συμφωνίες του Μάλερ τους έπιανε.
Δια τούτο, μαζεύτηκαν, σκέφτηκαν και αποφάσισαν.
«Θα σάξουμε άσυλα. Όταν μετά από πολλάααα πολλά χρόνια γίνουμε – χτύπα ξύλο - αμφιβόλου ζωής, τσούπ στο άσυλο. Μετά από καιρό πολυυυυύ, αφού βεβαιωθούμε πως δεν ξεχάσαμε τίποτα, τότε μόνο θα έχουν τη συγκατάθεσή μας να μας πάνε όπου θένε.»
Τέτοια σοφία οι προύχοντες!
«Και πως θα τα ονομάσουμε τα άσυλα μεγάλε;», ρώτησε ο πραχτικός της παρέας.
«Άσυλα Αμβιβόλου ζωής», είπε ο σοφός και τα άσυλα βαφτίστηκαν.
Έτσι, οι έχοντες και κατέχοντες, πήγαιναν τους φρεσκοπεθαμένους τους σε άσυλα αμφιβόλου ζωής, παρεκτός κι΄ αν η κληρονομιά ήταν μεγάλη και μοιρασμένη δίκαια στην οποία περίπτωση (και "δια παν ενδεχόμενον"), .. απλώς…, δεν τους πήγαιναν.
Όσων όμως - τύχη αγαθή - οδηγούσε τα βήματα (...λέμε τώρα) στα εν λόγω άσυλα, εκείνοι είχαν ένα δωμάτιο και ένα κρεβάτι καταδικό τους, ο καθένας χώρια, μη λάχει και αναστηθούν εν μέσω πτωμάτων και πάθουν κανένα έμφραγμα…
Στο χέρι του τυχερού «σχεδόν νεκρού» κρεμούσαν μία κουδούνα. Έβαζαν και ένα λακέ να κάνει βάρδια νύχτα μέρα.
Αν τον έπιανε το φιλότιμο (το νεκρό) να επιστρέψει στο μάταιο τούτο κόσμο, χτυπούσε τη κουδούνα και ο λακές του πήγαινε καφεδάκι με βουτήματα (τόσες μέρες νηστικός ο άθρωπος…), ειδοποιούσε τους οικείους του και όλα τέλειωναν με χορούς και πανηγύρια σα τελευταία σελίδα τεύχους του αστερίξ.
Την πληροφορία για τα άσυλα αμφιβόλου ζωής (asylum dublae vitae), τη βρήκα στο Ροίδη πριν από χρόνια και καταστεναχωρήθηκα που δεν έχουμε τέτοια ή παρόμοια άσυλα σήμερα.
Όχι που φοβάμαι μη τύχει και αναστηθώ… Όχι γι΄ αυτό!
Εγώ έχω εμπιστοσύνη στους γιατρούς που θα με πεθάνουν.
Θέλησα και ζήλεψα τα άσυλα για κάτι δικούς μου. Για κάποιες σκέψεις, κάποιες απόψεις και προκαταλήψεις μα και για κάτι επιθυμίες που δεν αξιώθηκαν της ηδονής μια νύχτα.
Θέλησα ένα άσυλο ξεχασμένης ζωής, να βάλω μέσα τις απόψεις και τις προκαταλήψεις, να τις κλειδαμπαρώσω και να μη τις αφήσω να βγούν όσα καμπανάκια κι΄ αν χτυπήσουν.
Θέλησα ένα άσυλο αμφιβόλου ζωής για τις νέες σκέψεις και τις νέες ιδέες. Να μείνουν λέει κλειδωμένες για ένα διάστημα, κι΄ αν καταφέρουν να χτυπήσουν το καμπανάκι, δυνατά όμως ..., να τις ακούσω και να τους χαρίσω την ελευθερία.
Θέλησα κι΄ ένα άσυλο ελπίδας για ζωή, να βάζω μέσα τις επιθυμίες. Κι αν δε χτυπήσουν εκείνες το καμπανάκι, δε πειράζει, θα προσποιηθώ πως το άκουσα.
Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά
έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.
Καβάφης.
Σάββατο 27 Μαρτίου 2010
Αύριο Πάλι

Κοστούμια: Άννα Στρούζα
Φωτισμοί: Μπάμπης Αρώνης
Μουσική Επιμέλεια: Αντώνης Αντωνάκος - Τζούλι Τσόλκα
Τα χτενίσματα επιμελήθηκε ο Κωνσταντίνος Ζάππας
Υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων: Ιόλη Τσόλκα
Σχεδιασμός έντυπου υλικού: Αντώνης Αντωνάκος
Επιμέλεια ύλης προγράμματος: Αλκυώνη Βαλσάρη - Τομάζο Παγώνης
Φωτογραφίες προγράμματος: Υπατία Κορνάρου
Εκτύπωση προγράμματος: Αργώ Spa Hotel
Ευχαριστούμε για την πολύτιμη βοήθειά τους: Τάσο Ιορδανίδη - Ελένη Ιορδανίδου -Θάλεια Ματίκα - Βίκυ Αντωνάκου
Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά)
Ιταλιάνος Αντώνης Αντωνάκος
Σίσυφος Αντώνης Ζιώγας
Ντμίτρι Σπύρος Σιδέρης
Σάρα Άννα Στάτσκαγια
Αντάρα Τζούλι Τσόλκα

-------------
Στον Ηλιακό, σ’ εκείνον της Περσεφόνης και στον του Σισύφου μύθο, υπάρχει μια πρώτη ανάγνωση, αυτή της μονότονης επανάληψης.
Σε δεύτερη ανάγνωση όμως, κάθε που ο ήλιος ξαναφωτίζει κάποιο κομμάτι γης, τα πάντα έχουν αλλάξει. Κάθε που η Περσεφόνη επιστρέφει στην αγκαλιά της Δήμητρας, ο κόσμος είναι διαφορετικός. Κάθε που ο λίθος του Σισύφου κυλά πίσω στη βάση, σταματά σε διαφορετικό σημείο.
Μα υπάρχει και τρίτη ανάγνωση του μύθου της ζωής. Κάθε αλλαγή που συναντούν ο Ήλιος, η Περσεφόνη κι ο λίθος του Σισύφου είναι απελπιστικά ίδια με προηγούμενες αλλαγές.
Ακόμα κι οι αλλαγές έχουν τον δικό τους κυκλικό μύθο. Κι είναι ν’ απορείς με τον «τρελό τον πίθηκο» που επιμένει να μιμείται τον λίθο του Σισύφου κατρακυλώντας κάθε φορά σε διαφορετικό σημείο της βάσης του λόφου του μέχρι να ξανασυναντήσει τα ίδια λάθη απ’ τα οποία, τελικά, ...ποτέ δεν είχε φύγει.
Αλλά έτσι είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος. Σίσυφος, Περσεφόνη και Ήλιος του ίδιου του του εαυτού. Και είναι απ’ τη φύση προικισμένος με μια τέταρτη ανάγνωση τουμύθου. Την ελπίδα.
Χωρίς αυτήν, ουδέ τον λίθο θα ’σπρωχνε στην κορυφή, μηδέ σταυρό θα κουβαλούσε.