Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Εντροπία

Η τελευταία από τις αμέτρητες περιπλανήσεις του στον κόσμο των αισθήσεων, τον οδήγησε σ΄ ένα σκοτεινό υγρό δωμάτιο. Εκεί ανακάλυψε το ξόανο της ηδονής που κρατά για ένα μόνο λεπτό.
Η εφήμερη ομορφιά του ξόανου ήταν τόσο λαμπερή που κατάφερε να νικήσει τη λήθη για πάντα.
Η υποσχόμενη στιγμιαία ηδονή ήταν τόσο επιθυμητή που έμοιαζε διαρκής.
Έτσι, μαγεμένος απ΄ τη αιώνια εφήμερη ομορφιά και ερωτευμένος με την διάρκεια του ενός λεπτού, έβαλε τέλος στις περιπλανήσεις και αφιερώθηκε στον νέο του έρωτα.

Και πρώτα απ΄ όλα, θυσίασε το χρόνο.
Αφιέρωσε εκατοντάδες ώρες σπονδών, στο ξόανο της ηδονής που κρατά για ένα μόνο λεπτό. Το ξόανο δέχτηκε τη προσφορά του, αλλά δεν ικανοποιήθηκε. Ζήτησε, και τελικά πήρε, όλο του το χρόνο, όλες του τις μέρες.
Ευχαριστημένο έδειχνε να είναι το ξόανο, μα δεν του έδωσε το ποθούμενο αντίδωρο.

Και εκείνος, ακόμα προθυμότερος ,θυσίασε χρήματα και κοσμήματα.
Έδωσε όσα είχε και το ξόανο τα δέχτηκε με απληστία. Και απαίτησε κι΄ άλλα. Απαίτησε και πήρε και εκείνα που δε του ανήκαν.
Μα ακόμα και όταν του έδωσε όλα τα κοσμήματα του κόσμου, δε τον πήρε στην αγκαλιά του. Δε του πρόσφερε την ηδονή που κρατά για ένα λεπτό.

Και, ήρθε η σειρά της λήθης.
Θέλησε το ξόανο να γίνει η μοναδική αλήθεια απαιτώντας την απόλυτη λήθη για οτιδήποτε άλλο. Κι΄ αυτός, ξέχασε αγάπες και φιλίες για χάρη του, μα το ξόανο δεν ικανοποιήθηκε. Μόνο ζήτησε την τέλεια λήθη, εκείνη που μοιάζει με θάνατο. Και εκείνος του πρόσφερε και αυτή τη θυσία
Αλλά ούτε και αυτό ήταν αρκετό. Το ξόανο ζήτησε ακόμα περισσότερα.

Και δίχως να το καταλάβει ήρθε η ώρα για την επόμενη σπονδή. Την τέλεια υποταγή.
Από καιρό είχε σκύψει άβουλα μπροστά στο ξόανο κι είχε γίνει υποτακτικός του πόθου για την ηδονή που κρατά ένα μόνο λεπτό. Και έγινε άβουλος δούλος μιας χίμαιρας.
Μα το ξόανο ζήτησε κι΄ άλλα.

Και έτσι,… έφτασε στη προδοσία.
Άβουλος καθώς ήταν, πρόδωσε τις αγάπες και τους φίλους που είχε ξεχάσει από καιρό. Και το ξόανο έμοιαζε ικανοποιημένο με αυτή τη θυσία.

Και ο κύκλος του αιτίου- αιτιατού, έκλεισε με μια αναπόφευκτη θυσία. Μια θυσία αποτέλεσμα όλων των προηγούμενων. Τώρα πια, είχε αποκτήσει την εντροπία που κρατά για μια ολόκληρη ζωή.
Και την προσέφερε.
Και το ξόανο της ηδονής που κρατά για ένα μόνο λεπτό, εξαργύρωσε το νόμισμα της εντροπίας που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή, χαρίζοντάς του το ένα μόνο λεπτό που είχε κερδίσει - ή μήπως είχε χάσει; - για πάντα.

Και τώρα,… έχει μια ολόκληρη ζωή για να θυμάται λίγες μόνο στιγμές. Μια ολόκληρη ζωή για να τις ξεπληρώσει.


……Πιό απλά η εντροπία θεωρείται ότι εκφράζει το μέτρο της αταξίας ενός συστήματος. Για παράδειγμα τα σωματίδια που συγκροτούν ένα μήλο ή μια σιδερένια αλυσίδα, βρίσκονται σε μια διάταξη στο χώρο λίγο πολύ κανονική. Όταν όμως αρχίζει να σαπίζει το το μήλο ή να σκουριάζει η αλυσίδα, η διάταξη αυτή των σωματιδίων βαθμιαία αρχίζει να αποδιοργανώνεται και έτσι η εντροπία του συστήματος έκαστου των αντικειμένων ν΄ αυξάνει εσαεί.

(από την "είσοδο κινδύνου", εκδόσεις διμελή)

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

άσυλον αμφιβόλου ζωής

Στα χρόνια τα παλιά τα πρόστυχα, τότε που η εμβέλεια της ιατρικής τέχνης περιοριζόταν από κλύσματος έως καταπλάσματος, η βεβαίωση θανάτου του θύματος (όπου θύτης ο θεράπων ιατρός) ήταν «αμφίβολη».

Έβαζαν κάτι καθρεφτάκια μπρος από τα χείλη του μεταστάντος περιμένοντας να θαμπώσουν…, έψαχναν για σφυγμό χωρίς να ξέρουν που τριγυρνάει…, δεν είχαν και wikipedia για να μάθουν τον ορισμό του θανάτου…, μεσ’ την αμφιβολία έπλεαν, τόσον ο ντοτόρος όσον και οι οικείοι του θύματός του.

Έτσι, οι νεκροί (… όσον αφορά την επιστημονική πλευρά του θέματος) ήταν - κατ΄ αρχάς - «άτομα αμφιβόλου ζωής».

Ολίγον νεκροί. Έπρεπε να περάσουν μέρες..., να γίνουν «αρκετά νεκροί» και όταν πλέον η βρώμα που ανέδυαν δεν επέτρεπε ούτε σε κώνωπα διοπτροφόρο να σταθεί δίπλα τους, μόνο τότε οι νεκροί ήταν πεθαμένοι με βούλα.

Σα να μη έφθαναν όλα αυτά, έπεσε και μια επιδημία περιπτώσεων νεκρανάστασης…, χέστηκαν πάνω τους οι υποψήφιοι. Τους έπιασε ένα πανικός και ένα παράπονο. «Ρε λε να ξυπνήσω την επαύριο μές τα χώματα, να λερώσω τα ρούχα μου και να μη μποράω να αναπνέψω

Τέτοιες φιλοσοφικές αγωνίες ταλάνιζαν - ιδιαιτέρως τους προύχοντες - και τους έπιανε κατάθλιψη. Ένα αίσθημα ασφυξίας, χειρότερο απ΄ αυτό που τους έπιανε όταν άκουγαν συμφωνίες του Μάλερ τους έπιανε.

Δια τούτο, μαζεύτηκαν, σκέφτηκαν και αποφάσισαν.

«Θα σάξουμε άσυλα. Όταν μετά από πολλάααα πολλά χρόνια γίνουμε – χτύπα ξύλο - αμφιβόλου ζωής, τσούπ στο άσυλο. Μετά από καιρό πολυυυυύ, αφού βεβαιωθούμε πως δεν ξεχάσαμε τίποτα, τότε μόνο θα έχουν τη συγκατάθεσή μας να μας πάνε όπου θένε.»

Τέτοια σοφία οι προύχοντες!

«Και πως θα τα ονομάσουμε τα άσυλα μεγάλε;», ρώτησε ο πραχτικός της παρέας.

«Άσυλα Αμβιβόλου ζωής», είπε ο σοφός και τα άσυλα βαφτίστηκαν.

Έτσι, οι έχοντες και κατέχοντες, πήγαιναν τους φρεσκοπεθαμένους τους σε άσυλα αμφιβόλου ζωής, παρεκτός κι΄ αν η κληρονομιά ήταν μεγάλη και μοιρασμένη δίκαια στην οποία περίπτωση (και "δια παν ενδεχόμενον"), .. απλώς…, δεν τους πήγαιναν.

Όσων όμως - τύχη αγαθή - οδηγούσε τα βήματα (...λέμε τώρα) στα εν λόγω άσυλα, εκείνοι είχαν ένα δωμάτιο και ένα κρεβάτι καταδικό τους, ο καθένας χώρια, μη λάχει και αναστηθούν εν μέσω πτωμάτων και πάθουν κανένα έμφραγμα…

Στο χέρι του τυχερού «σχεδόν νεκρού» κρεμούσαν μία κουδούνα. Έβαζαν και ένα λακέ να κάνει βάρδια νύχτα μέρα.

Αν τον έπιανε το φιλότιμο (το νεκρό) να επιστρέψει στο μάταιο τούτο κόσμο, χτυπούσε τη κουδούνα και ο λακές του πήγαινε καφεδάκι με βουτήματα (τόσες μέρες νηστικός ο άθρωπος…), ειδοποιούσε τους οικείους του και όλα τέλειωναν με χορούς και πανηγύρια σα τελευταία σελίδα τεύχους του αστερίξ.



Την πληροφορία για τα άσυλα αμφιβόλου ζωής (asylum dublae vitae), τη βρήκα στο Ροίδη πριν από χρόνια και καταστεναχωρήθηκα που δεν έχουμε τέτοια ή παρόμοια άσυλα σήμερα.

Όχι που φοβάμαι μη τύχει και αναστηθώ… Όχι γι΄ αυτό!

Εγώ έχω εμπιστοσύνη στους γιατρούς που θα με πεθάνουν.


Θέλησα και ζήλεψα τα άσυλα για κάτι δικούς μου. Για κάποιες σκέψεις, κάποιες απόψεις και προκαταλήψεις μα και για κάτι επιθυμίες που δεν αξιώθηκαν της ηδονής μια νύχτα.


Θέλησα ένα άσυλο ξεχασμένης ζωής, να βάλω μέσα τις απόψεις και τις προκαταλήψεις, να τις κλειδαμπαρώσω και να μη τις αφήσω να βγούν όσα καμπανάκια κι΄ αν χτυπήσουν.


Θέλησα ένα άσυλο αμφιβόλου ζωής για τις νέες σκέψεις και τις νέες ιδέες. Να μείνουν λέει κλειδωμένες για ένα διάστημα, κι΄ αν καταφέρουν να χτυπήσουν το καμπανάκι, δυνατά όμως ..., να τις ακούσω και να τους χαρίσω την ελευθερία.

Θέλησα κι΄ ένα άσυλο ελπίδας για ζωή, να βάζω μέσα τις επιθυμίες. Κι αν δε χτυπήσουν εκείνες το καμπανάκι, δε πειράζει, θα προσποιηθώ πως το άκουσα.

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν

και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,

με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά

έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν

χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά

της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Καβάφης.